Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Μια φωτιά, μια ζωή!!!

Θέλεις να σου μαρτυρήσω με ποιόν κάνει παρέα τα βράδια;
Τα χειμωνιάτικα βράδια που έξω φυσάει κρύο κι άλλες φορές βρέχει, μέσα στην εστία της εκείνη σχετίζεται με μια ιδιόρρυθμη συντροφιά. Είναι μόνη της. Κι όμως. Δεν νοιώθει μοναξιά. Τούτην την ώρα , περασμένη για τους πολλούς ανθρώπους και γι' αυτό απαλλαγμένη από τους θορύβους της ημέρας ,αυτούς που δημιουργούν με τις αδιάκοπες κινήσεις τους οι άνθρωποι .Πόσο γοητευτική είναι η σιωπή! Η ώρα προχωρημένη νύχτα, σιωπή και σκοτάδι. Πόσο τη γοητεύει τούτη η μοναξιά. Πόσο χώρο αφήνει στο μυαλό και την ψυχή της! Νοιώθει μια μοναδικότητα. Το μοναδικό ανασαίνον ον εκείνη τη στιγμή είναι εκείνη.
Η ακοή σε πλήρη ανάπτυξη. Αφουγκράζεται τους χτύπους της καρδιάς.
Αλλά η ματιά έχει επικεντρωθεί εκεί. Δεν γίνεται αλλιώς. Νοιώθει το μαγνήτη αυτής της περίεργης συντροφιάς. Και οι κόρες των ματιών γυαλίζουν τη λάμψη από τις φλόγες στο τζάκι. Και κείνες καθρεφτίζονται μέσα τους κάνοντας τις, όλο χάρη, κινήσεις ενός κοριτσιού-μοντέλου ομορφιάς.
Ε ναι λοιπόν. Τις νύχτες όταν η σιωπή χαρίζει γαλήνη και το σκοτάδι οράματα, εκείνη πιάνει κουβεντούλα με τη φωτιά στο τζάκι.
Δηλαδή η φωτιά της μιλάει. Ενώ εκείνη κάθεται μπροστά της σε στάση οκλαδόν , οι καρποί των χεριών της να στηρίζουν το πρόσωπο σαν βάση στη θέση που υπάρχει το πιγούνι και τα μάτια να εισχωρούν στον μαγικό καθρέφτη της φωτιάς του τζακιού για να ζήσει για λίγη ώρα στη χώρα των θαυμάτων σαν μια άλλη Αλίκη!
Και τότε ...
Ο αέρας του χειμώνα, δυνατός, κάτι φωνάζει έξω. Η φωτιά παίρνει θάρρος και αρχίζει να μιλά. Σσσσσσσσσς ........να ακούσει. Κάτι της λέει η φωτιά. Θέλει να της μιλήσει απόψε.
- Ξέρεις ...αρχίζει να της λέει. Ξέρεις ...εσύ που με κοιτάς έτσι εγώ εδώ στη γωνιά μου πόσο πολύ σας παρατηρώ εσάς τους ανθρώπους; Και μαζί σας άλλες φορές χαίρομαι κι άλλες λυπάμαι και άλλες αναρωτιέμαι και άλλες νοσταλγώ και άλλες θαυμάζω ...Ίσως είναι αυτό που νοιώθεις εσύ τώρα που με κοιτάς με αγάπη, η ζέση της δικής μου αίσθησης.
Έχω ζήσει εδώ μέσα στην εστία, τον έρωτα. Αυτόν τον Θεό! Τον παντοκράτορα που αδύνατον να ξεφύγει κανείς από τους ανθρώπους από τη γλυκιά του μέγγενη. Όσο και όσοι κι αν θέλουν να προσπαθούν να ξεφύγουν. Ή άλλοι που αφήνονται στο γλυκό του πόνο. Και γεμίζει ο χώρος συναισθήματα και αιωρούνται οι ψυχές των ερωτευμένων και ζευγαρώνουν εδώ μπροστά μου όπως ο Θεός έρωτας τους το επιβάλει.
Και μετά ...έρχεται το κλάμα! Το κλάμα ενός μωρού. Και οι άνθρωποι με τροφοδοτούν ώστε να δώσω όσο μπορώ απ' τη ζεστασιά μου για τον καινούριο άνθρωπο και γεμίζουν αισιοδοξία τα έξω μα και τα μέσα τους. Και ζω το μικρό άνθρωπο που μεγαλώνει και σε λίγο μπορεί μόνος του να στέκεται στα πόδια του ...
Και τότε ...η μάνα πρέπει να αποχαιρετήσει το σπλάχνο της. Και δάκρυα χαρμολύπης γεμίζουν με άλλα συναισθήματα το χώρο. Καμάρι και έννοια. Ευχές της μάνας για καλή ζωή. Φιλιά και περηφάνια.
Και αργότερα ...άλλος έρωτας επισκέπτης. Και ένας γάμος. Χαρά, ατελείωτη χαρά σε τούτο δω το χώρο. Άνθρωποι αγαπημένοι , γέλια, τραγούδια και γιορτή.
Και ανάμεσα σε όλα , εγώ. Σε μένα βρίσκουν συντροφιά και παρηγοριά και αφορμή για σκέψεις και ψάχνουν να βρουν τη δύναμή τους οι άνθρωποι.
Μια ζωή , χαρές και λύπες και στενοχώριες και ελπίδες και οράματα και συναισθήματα και σκέψεις εδώ μαζί μου , κοντά μου.
Και μετά ...μια ζωή τελειώνει. Το κλάμα για την απώλεια. Οι άνθρωποι, ακόμα και οι τοίχοι του χώρου όπου έζησε αυτός που τώρα πήρε την απόφαση να αποδημήσει, ζουν την υπέρτατη οδύνη. Αυτή του θανάτου.
Κι εγώ εδώ στη γωνιά μου μια ζωή χειμώνες. Να δίνω τη συντροφιά μου να ζεσταίνω ψυχές τόσο που να θεραπεύω σχεδόν.
Μια φωτιά στο τζάκι, μια ζωή. Μια γέλιο και να καίω εγώ ζωηρά για να ζω και γω τη χαρά. Μια κλάμα και να μαραίνομαι εδώ συμπάσχοντας με το νοικοκύρη μου ..............
Εκείνη ήταν η στιγμή που η φωτιά στο τζάκι είχε κουραστεί με το να αφηγείται και είχε γίνει τόσο μικρή , τόσο λιγοστή. Οι φλόγες μόλις που φαίνονταν μέσα στα μάτια της. Ο αέρας είχε κοπάσει έξω απ' το σπίτι. Το ρολόι πήρε ρόλο και αποφάσισε να δείξει την ώρα, περασμένη, με τρόπο θορυβώδεικο και κείνη ...καιρός ήταν να επιστρέψει απ' τη χώρα των θαυμάτων περνώντας και πάλι μέσα απ' τον καθρέφτη του λιγοστού φωτός της φωτιάς, ίσα που προλάβαινε πριν η φωτιά σβήσει και δεν θα υπήρχε τρόπος να γυρίσει πια!!!

Κατερίνα

Photobucket

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου